ΕΠΙΤΑΦΙΟς

[35-36] [37-38] [39-40] [41-42] [43-44] [45-46]

Το ἱστορικό πλαίσιο

Ο Επιτάφιος του Περικλέους είναι το απόσπασμα από το έργο «Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου» του αρχαίου Αθηναίου ιστορικού Θουκυδίδη στο οποίο παρατίθεται ο λόγος που ο Περικλής εκφώνησε το 430 π.Χ. για τους πρώτους νεκρούς του Πελοποννησιακού πολέμου.Ο λόγος βρίσκεται στο δεύτερο βιβλίο του έργου (2.35 έως 2.44)

Μετά το πρώτο έτος του πολέμου, ενός πολέμου του οποίου τότε κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει τη διάρκειά του αλλά ήταν φανερό πως δεν είχε τελειώσει, έθιμο ήταν να γίνεται στις αρχές του χειμώνα η κηδεία των πεσόντων με εκφώνηση επιταφίου από έναν διακεκριμένο άνδρα. Συγκεκριμένα οι νεκροί καίγονταν πλέον συνήθως επί τόπου (στα πεδία των μαχών) και στην Αθήνα μεταφέρονταν τα οστά για ταφή. Αυτό είχε αφορμή τον «πάτριο νόμο» που ίσχυε ειδικά στην Αθήνα για λόγους καθαρά πρακτικούς, αλλά και πολιτικούς Σύμφωνα με το έθιμο τα οστά μεταφέρονταν σε λάρνακα από κυπαρίσσι σε μία άμαξα για κάθε φυλή των Αθηναίων και στο τέλος τιμητικά μια λάρνακα μεταφερόταν με τα χέρια και σκεπασμένη με σεντόνι, για όσους τα σώματα δεν μπόρεσαν να περισυλλεγούν και να ταφούν («τῶν ἀφανῶν» όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης, για αυτή την τόσο ευαίσθητη ή πολιτικά ευφυή μεταχείριση που προσέφερε παρηγοριά στους συγγενείς και κουράγιο στους στρατιώτες, ότι ακόμα κι αν δεν βρεθεί το νεκρό σώμα τους αν σκοτωθούν σε μάχη ή ναυμαχία, δεν θα μείνουν ακήδευτοι). Στον χώρο του Κεραμεικού βρίσκονταν γυναίκες που θρηνούσαν όπως ήταν το έθιμο. Σύμφωνα με τα ισχύοντα, ένας εκλεγμένος πολίτης που η γνώμη του ήταν συνετή και άξια, έλεγε τον έπαινο τον πρέποντα και η τελετή έληγε. Στην περίπτωση αυτή «ορίστηκε να μιλήσει ο Περικλής, ο γιος του Ξανθίππου, που ανέβηκε στο βήμα ώστε η φωνή του να φτάνει στα αυτιά όσο το δυνατόν περισσότερων.