[35] Οἱ μὲν πολλοὶ τῶν ἐνθάδε ἤδη εἰρηκότων ἐπαινοῦσι τὸν προσθέντα τῷ νόμῳ τὸν λόγον τόνδε, ὡς καλὸν (ἐστίν) ἐπὶ τοῖς ἐκ τῶν πολέμων θαπτομένοις ἀγορεύεσθαι αὐτόν. Ἐμοὶ δὲ ἀρκοῦν ἂν ἐδόκει εἶναι ἀνδρῶν ἀγαθῶν ἔργῳ γενομένων ἔργῳ καὶ δηλοῦσθαι τὰς τιμάς, οἷα καὶ νῦν περὶ τὸν τάφον τόνδε δημοσίᾳ παρασκευασθέντα ὁρᾶτε, καὶ μὴ ἐν ἑνὶ ἀνδρὶ πολλῶν ἀρετὰς κινδυνεύεσθαι εὖ τε καὶ χεῖρον εἰπόντι πιστευθῆναι. Χαλεπὸν γὰρ τὸ μετρίως εἰπεῖν ἐν ᾧ μόλις καὶ ἡ δόκησις τῆς ἀληθείας βεβαιοῦται. Ὅ τε γὰρ ξυνειδὼς καὶ εὔνους ἀκροατὴς τάχ᾿ ἄν τι ἐνδεεστέρως πρὸς ἃ βούλεταί τε καὶ ἐπίσταται νομίσειε δηλοῦσθαι, ὅ τε ἄπειρος ἔστιν ἃ καὶ πλεονάζεσθαι, διὰ φθόνον, εἴ τι ὑπὲρ τὴν αὑτοῦ φύσιν ἀκούοι. Μέχρι γὰρ τοῦδε Ἀνεκτοὶ οἱ ἔπαινοί εἰσι περὶ ἑτέρων λεγόμενοι, ἐς ὅσον ἂν καὶ αὐτὸς ἕκαστος οἴηται ἱκανὸς εἶναι δρᾶσαί τι ὧν ἤκουσεν· τῷ δὲ ὑπερβάλλοντι αὐτῶν φθονοῦντες ἤδη καὶ ἀπιστοῦσιν. Ἐπειδὴ δὲ τοῖς πάλαι οὕτως ἐδοκιμάσθη ταῦτα καλῶς ἔχειν, χρὴ καὶ ἐμὲ ἑπόμενον τῷ νόμῳ πειρᾶσθαι ὑμῶν τῆς ἑκάστου βουλήσεώς τε καὶ δόξης τυχεῖν ὡς ἐπὶ πλεῖστον.
[36]Ἄρξομαι δὲ ἀπὸ τῶν προγόνων πρῶτον· δίκαιον γὰρ αὐτοῖς καὶ πρέπον δὲ ἅμα ἐν τῷ τοιῷδε τὴν τιμὴν ταύτην τῆς μνήμης δίδοσθαι. Τὴν γὰρ χώραν οἱ αὐτοί αἰεὶ οἰκοῦντες διαδοχῇ τῶν ἐπιγιγνομένων μέχρι τοῦδε ἐλευθέραν δι᾿ ἀρετὴν παρέδοσαν. καὶ ἐκεῖνοί τε ἄξιοι ἐπαίνου καὶ ἔτι μᾶλλον οἱ πατέρες ἡμῶν· κτησάμενοι γὰρ πρὸς οἷς ἐδέξαντο ὅσην ἔχομεν ἀρχὴν οὐκ ἀπόνως ἡμῖν τοῖς νῦν προσκατέλιπον. Τὰ δὲ πλείω αὐτῆς αὐτοὶ ἡμεῖς οἵδε οἱ νῦν ἔτι ὄντες μάλιστα ἐν τῇ καθεστηκυίᾳ ἡλικίᾳ ἐπηυξήσαμεν καὶ τὴν πόλιν τοῖς πᾶσι παρεσκευάσαμεν καὶ ἐς πόλεμον καὶ ἐς εἰρήνην αὐταρκεστάτην. ὧν ἐγὼ τὰ μὲν κατὰ πολέμους ἔργα, οἷς ἕκαστα ἐκτήθη, ἢ εἴ τι αὐτοὶ ἢ οἱ πατέρες ἡμῶν βάρβαρον ἢ Ἕλληνα πολέμιον ἐπιόντα προθύμως ἠμυνάμεθα, μακρηγορεῖν ἐν εἰδόσιν οὐ(κ) βουλόμενος ἐάσω· ἀπὸ δὲ οἵας τε ἐπιτηδεύσεως ἤλθομεν ἐπ᾿ αὐτὰ καὶ μεθ᾿ οἵας πολιτείας καὶ τρόπων ἐξ οἵων μεγάλα ἐγένετο, ταῦτα δηλώσας πρῶτον εἶμι καὶ ἐπὶ τὸν τῶνδε ἔπαινον, νομίζων ἐπί τε τῷ παρόντι οὐκ ἂν ἀπρεπῆ λεχθῆναι αὐτὰ καὶ τὸν πάντα ὅμιλον καὶ ἀστῶν καὶ ξένων ξύμφορον εἶναι ἐπακοῦσαι αὐτῶν.
ΑΠΡΟΣΩΠΑ ΡΗΜΑΤΑ. Κάποια ρήματα δέν συντάσσονται μέ προσωπικό ὑποκείμενο γι᾿ αὐτό ὀνομάζονται ἀπρόσωπα ρήματα ἤ ἀπρόσωπες ἐκφράσεις . Τά ἀπρόσωπα ρήματα συντάσσονται μέ ἀπαρέμφατο ὡς ὑποκείμενο αὐτῶν . π.χ.Ἄξιον ἐστίν (ἀπρόσωπο ρήμα )μακαρίζειν ( ἀπαρέμφατο )Σέ την Θεοτόκον
.ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ. Τό ἀπαρέμφατο εἶναι τό δεύτερο σέ σπουδαιότητα μετά τό ρήμα δομικό στοιχείο τοῦ λόγου, γιατί δημιουργεῖ την ἀπαρεμφατική πρόταση. Εἶναι ρηματικό οὐσιαστικό , δηλαδή ἔχει ἰδιότητες καί ρήματος καί οὐσιαστικοῦ . Ὡς ρῆμα συντάσσεται μέ ὑποκείμενο καί ἀντικείμενο καί δημιουργεῖ τήν ἀπαρεμφατική πρόταση καί ὡς οὐσιαστικό τό ἴδιο γίνεται ὑποκείμενο σέ ἀπρόσωπα ρήματα καί ἀντικείμενο σέ ρήματα λεκτικά , δοξαστικά ( εἰδικό ἀπαρέμφατο ) καί σέ ρήματα ἐφετικά, κελευστικά , προτρεπτικά, κωλυτικά , δυνητικά ( τελικό ἀπαρέμφατο ). Τό ἀπαρέμφατο σέ ἀντίθεση μέ τίς ἄλλες Εὐρωπαϊκές γλῶσσες ἔχει σχεδόν ἐκλείψει ἀπό τήν πρώτη διδάξασα τήν Ἑλληνική , ἐκτός ἀπό κατάλοιπα σέ στερεότυπες ἐκφράσεις ὅπως : δοῦναι λαβεῖν. Ἐμεῖς δίνουμε ἰδιαίτερη σημασία στό ἀπαρέμφατο , λόγῳ τῆς σπουδαιότητός του . Δέν εἶναι δυνατόν νά διαβάσουμε , γιατί ὄχι καί νά μιλήσουμε τήν ἀρχαία Ἑλληνική , χωρίς νά ἔχουμε ἐξασκηθεῖ στήν χρήση τοῦ ἀπαρεμφάτου . Γι’ αὐτό θά ἀναφερόμαστε στό ρῆμα στίς δύο μορφές του , στήν ὁριστική καί στό ἀπαρέμφατο . Σέ αὐτό δέν πρωτοτυποῦμε , ἀλλά μιμούμεθα τόν Τζάρτζανο , ὁ ὁποῖος πλειστάκις ἀναφέρεται στό ρῆμα μέ τήν ἀπαρεμφατική του μορφή.
Τό ἀπαρέμφατο μέ τήν ρηματική του ἰδιότητα λαμβάνει τό ὑποκείμενό σέ αἰτιατική πτώση.
ΤΟ ΥΠΕΡΒΑΤΟ ΣΧΗΜΑ Στήν Ἑλληνική γλῶσσα καί στήν Νέα καί πολύ περισσότερο στήν Ἀρχαία , σέ ἀντίθεση μέ τίς ἄλλες Εὐρωπαϊκές γλῶσσες , οἱ λέξεις δέν ἔχουν μία καθορισμένη θέση μέσα στήν πρόταση . Ἐνῷ μία φυσική σειρά τῶν λέξεων εἶναι : Ὑποκείμενο , ρῆμα , ἀντικείμενο , αὐτό δέν τηρεῖται . Στούς ἀρχαίους ἰδιαιτέρως ἄρεσε μεταξύ τῶν βασικῶν ὅρων τῆς προτάσεως νά δημιουργοῦν μία πλοκή τῶν λέξεων , ἡ ὁποία δέν ὑπακούει σέ κανόνες . Μᾶλλον ἐξυπηρετεῖ ποιοτικά χαρακτηριστικά ὅπως εἶναι ἡ ἐκφραστικότητα , ἡ μουσικότητα , ἡ πλαστικότητα . Μόνο ἀπό ἔθος ἔχουν δημιουργηθεῖ κάποιοι κανόνες χωρίς νά εἶναι δεσμευτικοί . Αὐτό τό σχῆμα τοῦ λόγου ὀνομάζεται ὑπερβατό σχῆμα . Ἄν σέ κάποια μεγάλη πρόταση, πού πιθανόν νά εἶναι μία παράγραφος, ψάχνουμε νά βροῦμε ποῦ εἶναι τό ρῆμα , πολύ πιθανόν νά βρίσκεται στό τέλος τῆς παραγράφου ἀνάλογα μέ τόν συγγραφέα. Ἄν θέλουμε, μπορούμε νά κάνουμε κάποιες ἀντιστοιχίσεις μέ τήν Γερμανική, δεδομένου ὅτι , ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Τζάρτζανος , στήν Ὁμηρική γλῶσσα οἱ προθέσεις ἦταν ξεχωριστές λέξεις , μεταγενέστερα ἑνώθηκαν μέ τό ρῆμα. Ἄλλωστε ἔχει διατυπωθεῖ ἡ ἄποψη , ὅτι ἡ Γερμανική ἔχει δομηθεί μέ πρότυπο τήν Ἑλληνική . Σέ ἐμᾶς, ἐπειδή δέν εἴμαστε ἐξοικειωμένοι , τό ὑπερβατό σχῆμα σέ συνδυασμό μέ τήν πυκνότητα καί τήν περιεκτικότητα τοῦ λόγου μᾶς δημιουργεῖ μία δυσκολία στήν κατανόηση . Γι’ αὐτό στά κείμενα , πού παραθέτουμε γιά μελέτη , κάνουμε μία ἁπλούστευση . Περιοριζόμαστε στήν δομή τοῦ κειμένου , ὥστε ὁ νοῦς τοῦ μαθητοῦ νά μήν διασπᾶται , ἀλλά νά ἐπικεντρώνεται στήν δομή , πού ἀποτελεῖ τό κλειδί τῆς κατανοήσεως . Κατά κάποιο τρόπο πρέπει νά συνθέσουμε τό πάζλ , πού ἀνάγεται στό πρωταρχικό σχῆμα : ὑποκείμενο , ρῆμα , ἀντικείμενο . Ἡ ἁπλούστευση , πού κάνουμε , συγκρατεῖ τό νόημα καί καθόλου δέν διαταράσσει νοηματικά τό κείμενο , δεδομένου ὅτι ἀφορᾶ τήν δομή του .Ἐννοεῖται δέν κουτσουρεύουμε τά κείμενα ,ἀλλά δημιουργοῦμε διάφορα ἐπίπεδα ἀναγνώσεως ,ὥστε προοδευτικά νά φθάσουμε στό πλῆρες κείμενο . Χάρις σέ αὐτή τήν ἁπλούστευση , πού μπορεῖ νά ὀνομάζεται καί σύμπτυξη , μπαίνουμε κατ’ εὐθείαν στά καταξιωμένα κείμενα , πού διαφορετικά θά ἐθεωροῦντο ταμπού. Δέν ὐπάρχουν ταμπού , ὅλοι μποροῦμε νά τά προσεγγίσουμε . Σέ κάθε περίπτωση ἡ Ἑλληνική γλῶσσα δέν εἶναι γρῖφος