Ἐνεργητική Μέση-Παθ.
ΓΕΛΑΝ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς γελῶ= γελάω περιπαίζω.χλευάζω γελῶ γελῷμι γέλα γελᾶν γελῶν-ῶσα-ῶν γελῶμαι γελῶμαι γελῴμην γελῶ γελᾶσθαι γελώμενος.ένη.ον
Παρατατικός ἐγέλων
Μέλλων γελάσομαι γελασοίμην γελάσεσθαι γελασόμενος.ένη.ον
Ἀόριστος ἐγέλασα γελάσω γελάσαιμι γέλασον γελᾶσαι γελάσας.ασα.αν ἐγελάσθην γελασθῶ γελασθείην γελάσθητι γελασθῆναι γελασθείς.εῖσα.έν
Παρακείμενος γεγέλασμαι γεγελασμένος.ὦ γεγελασμένος.εἴην γεγέλασο γεγελᾶσθαι γεγελασμένος.ένη.ον
Ὑπερσυντέλικος
ΓΕΥΕΣΘΑΙ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς γεύω=προσφέρω γεῦμα γεύω γεύοιμι γεῦε γεύειν γεύων-ουσα-ον γεύομαι γεύωμαι γευοίμην γεύου γεύεσθαι γευόμενος.ένη.ον
Παρατατικός
Μέλλων γεύσομαι γευσοίμην γεύσεσθαι γευσόμενος.ένη.ον
Ἀόριστος ἐγευσάμην γεύσωμαι γευσαίμην γεῦσαι γεύσασθαι γευσάμενος.ένη.ον
Παρακείμενος γέγευμαι γεγευμένος.ὦ γεγευμένος.εἴην γέγευσο γεγεῦσθαι γεγευμένος.ένη.ον
Ὑπερσυντέλικος
ΓΗΡΑΣΚΕΙΝ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς γηράσκω = αρχίζω να γερνάω γηράσκω γηράσκοιμι γήρασκε γηράσκειν & γηρᾶν γηράσκων.ουσα.ον & γηρῶν-ῶσα-ῶν
Παρατατικός ἐγήρασκον
Μέλλων γηράσω γηράσομαι γηράσοιμι γηρασοίμην γηράσειν γηράσεσθαι γηράσων.ουσα.ον γηρασόμενος.ένη.ον
Ἀόριστος ἐγήρασα
ἐγήραν
γηράσω
γηράσω
γηράσαιμι
γηράσω
γήρασον
γηράσω
γηρᾶσαι γηρᾶναι γηράσας.ασα.αν γηράς.ᾶσα.ᾶν
Παρακείμενος γεγήρακα γεγηρακώς.ὦ γεγηρακώς.εἴην γεγηρακώς.ἴσθι γεγηρακέναι γεγηρακώς.υῖα.ός
Ὑπερσυντέλικος ἐγεγηράκειν
ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ βλ.SOS Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
ΕΝΕΣΤΩς
ΓΙΓΝΩΣΚΕΙΝ βλ.SOS Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
ΕΝΕΣΤΩς
ΔΑΚΝΕΙΝ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς δάκνω =δαγκώνω, πικραίνω δάκνω δάκνοιμι δάκνε δάκνειν δάκνων-ουσα-ον δάκνομαι δάκνωμαι δακνοίμην δάκνου δάκνεσθαι δακνόμενος.ένη.ον
Παρατατικός ἔδακνον ἐδακνόμην
Μέλλων δήξομαι δηξοίμην δήξεσθαι δηξόμενος.ένη.ον
Ἀόριστος ἔδακον δάκω δάκοιμι δάκε δακεῖν δακών.οῦσα.όν ἐδήχθην δηχθῶ δηχθείην δήχθητι δηχθῆναι δηχθείς.εῖσα.έν
Παρακείμενος δέδηχα δεδηχώς.ὦ δεδηχώς.εἴην δεδηχώς.ἴσθι δεδηχέναι δεδηχώς-υῖα-ός δέδηγμαι δεδηγμένος.ὦ δεδηγμένος.εἴην δέδηξο δεδῆχθαι δεδηγμένος.ένη.ον
Ὑπερσυντέλικος ἐδεδήχειν ἐδεδήγμην
ΔΕΔΟΙΚΕΝΑΙ βλ.SOS Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
ΕΝΕΣΤΩς
ΔΕΙΚΝΥΝΑΙ βλ.SOS Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
ΕΝΕΣΤΩς
ΔΕΙΝ βλ.SOS Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
ΕΝΕΣΤΩς
ΔΕΙΝ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς δέω-ῶ=δένω δῶ δεῖν δῶν,δοῦσα,δοῦν δοῦμαι δῶμαι δοίμην δεῖσθαι δούμενος.ένη.ον
Παρατατικός ἔδουν ἐδούμην
Μέλλων δήσω δήσοιμι δήσειν δήσων-ουσα-ον δεθήσομαι δεθησοίμην δεθήσεσθαι δεθησόμενος.ένη.ενον
Ἀόριστος ἔδησα δήσω δήσαιμι δῆσον δῆσαι δήσας-ασα-αν ἐδέθην δεθῶ δεθείην δέθητι δεθῆναι δεθείς.εῖσα.έν
Παρακείμενος δέδεκα δεδεκώς.ὦ δεδεκώς.εἴην δεδεκώς.ἴσθι δεδεκέναι δεδεκώς.υῖα.ός δέδεμαι δεδεμένος.ὦ δεδεμένος.εἴην δέδεσο δεδέσθαι δεδεμένος.ένη.ον
Ὑπερσυντέλικος ἐδεδέκειν ἐδεδέμην
ΔΙΑΛΕΓΕΣΘΑΙ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς διαλέγομαι = συνομιλώ, συζητώ διαλέγωμαι διαλεγοίμην διαλέγου διαλέγεσθαι διαλεγόμενος.ένη.ον
Παρατατικός διελεγόμην
Μέλλων διαλέξομαι διαλεχθήσομαι διαλεξοίμην διαλεχθησοίμην διαλέξεσθαι διαλεχθήσεσθαι διαλεξόμενος.ένη.ον διαλεχθησόμενος.ένη.ον
Ἀόριστος διελέχθην διαλεχθῶ διαλεχθείην διαλέχθητι διαλεχθῆναι διαλεχθείς.εῖσα.έν
Παρακείμενος διείλεγμαι διειλεγμένος.ὦ διειλεγμένος.εἴην διείλεξο διειλέχθαι διειλεγμένος.ένη.ον
Ὑπερσυντέλικος διειλέγμην
ΔΙΔΟΝΑΙ βλ.SOS Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
ΕΝΕΣΤΩς
ΔΟΚΕΙΝ βλ.SOS Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
ΕΝΕΣΤΩς
ΔΡΑΝ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς δράω-ῶ δρῶ δρῷμι ---, δρᾶ δρᾶν δρῶν-ῶσα-ῶν δρῶμαι δρῶμαι δρῴμην --- δρῶ δρᾶσθαι δρώμενος-ένη-ον
Παρατατικός ἔδρων ἐδρώμην
Μέλλων δράσω δράσοιμι δράσειν δράσων-ουσα, δρᾶσ-ον
Ἀόριστος ἔδρασα δράσω δράσαιμι ---, δρᾶσον δρᾶσαι δράσας-ασα-αν ἐδράσθην δρασθῶ δρασθείην ---, δράσθητι δρασθῆναι δρασθείς-εῖσα-έν
Παρακείμενος δέδρακα δεδρακώς.ὦ δεδρακώς.εἴην ---δεδρακώς.ἴσθι δεδρακέναι δεδρακώς-υῖα-ός δέδραμαι δεδραμένος.ὦ δεδραμένος.εἴην ---, δέδρασο δεδρᾶσθαι δεδραμένος-ένη-ον
Ὑπερσυντέλικος
ΔΥΝΑΣΘΑΙ βλ.SOS Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
ΕΝΕΣΤΩς
ΕΑΝ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς ἐάω-ῶ=ἀφήνω ἐῶ ἐῷμι ---, ἔα ἐᾶν ἐῶν-ῶσα-ῶν ἐῶμαι ἐῶμαι ἐῴμην --- ἐῶ ἐᾶσθαι ἐώμενος-ένη-ον
Παρατατικός εἴων
Μέλλων ἐάσω ἐάσοιμι ἐάσειν ἐάσων-ουσα-σον ἐάσομαι ἐασοίμην ἐάσεσθαι ἐασόμενος-ένη-ον
Ἀόριστος εἴασα ἐάσω ἐάσαιμι ---, ἔασον ἐᾶσαι ἐάσας-ασα-αν εἰάθην ἐαθῶ ἐαθείην ---, ἐάθητι ἐαθῆναι ἐαθείς-εῖσα-έν
Παρακείμενος εἴακα εἰακώς.ὦ εἰακώς.εἴην ---εἰακώς.ἴσθι εἰακέναι εἰακώς-υῖα-ός εἴαμαι εἰαμένος.ὦ εἰαμένος.εἴην ---, εἴασο εἰᾶσθαι εἰαμένος-η-ον
Ὑπερσυντέλικος
ΕΓΕΙΡΕΙΝ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς ἐγείρω ἐγείρω ἐγείροιμι ---, ἔγειρε ἐγείρειν ἐγείρων-ουσα-ον ἐγείρομαι ἐγείρωμαι ἐγειροίμην ---, ἐγείρου ἐγείρεσθαι ἐγειρόμενος-η-ον
Παρατατικός ἤγειρον ἠγειρόμην
Μέλλων ἐγερῶ ἐγεροῖμι ἐγερεῖν ἐγερῶν-σα-οῦν ἐγεροῦμαι ἐγερθήσομαι ἐγεροίμην ἐγερθησοίμην ἐγερεῖσθαι ἐγερθήσεσθα ἐγερούμενος-η-ον ἐγερθησόμενος-η-ον
Ἀόριστος ἤγειρα ἐγείρω ἐγείραιμι ---, ἔγειρον ἐγεῖραι ἐγείρας-ασα-αν ἠγρόμην
ἠγέρθην
ἔγρωμαι
ἐγερθῶ
ἐγροίμην, ἐγερθείην ---, ἐγροῦ ---, ἐγέρθητι ἐγρέσθαι ἐγερθῆναι ἐγρόμενος-η-ον ἐγερθείς-εῖσα-έν
Παρακείμενος ἐγήγερκα ἐγρήγορα ἐγηγερκώς.ὦ ἐγρηγορώς.ὦ ἐγηγερκώς.εἴην ἐγρηγορώς.εἴην ἐγηγερκώς.ἴσθι ἐγρηγορώς.ἴσθι ἐγηγερκέναι ἐγρηγορέναι ἐγηγερκώς-υῖα-ός ἐγρηγορώς-υῖα-ός ἐγήγερμαι ἐγηγερμένος.ὦ ἐγηγερμένος.εἴην ---, ἐγήγερσο ἐγηγέρθαι ἐγηγερμένος-η-ον
Ὑπερσυντέλικος ἐγηγέρκειν ἐγρηγόρειν ἐγηγέρμην
ΕΘΕΛΕΙΝ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς ἐθέλω &
θέλω
ἐθέλω &
θέλω
ἐθέλοιμι & θέλοιμι ---, ἔθελε & ---, θέλε ἐθέλειν & θέλειν ἐθέλων-ουσα-ον & θέλων-ουσα-ον
Παρατατικός ἤθελον
Μέλλων ἐθελήσω ἐθελήσοιμι ἐθελήσειν ἐθελήσων-ουσα-ον
Ἀόριστος ἠθέλησα ἐθελήσω ἐθελήσαιμι ---, ἐθέλησον ἐθελῆσαι ἐθελήσας-ασα-αν
Παρακείμενος ἠθέληκα ἠθεληκώς.ὦ ἠθεληκώς.εἴην ---ἠθεληκώς.ἴσθι ἠθεληκέναι ἠθεληκώς-υῖα-ός
Ὑπερσυντέλικος ἠθελήκειν
ΕΙΝΑΙ βλ.SOS Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
ΕΝΕΣΤΩς
ΕΘΕΙΝ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς ἔθω=συνηθίζω
Παρατατικός
Μέλλων
Ἀόριστος
Παρακείμενος εἴωθα πρκ. μέ σημασία ενεστῶτος εἰωθός.υῖα.ός
Ὑπερσυντέλικος εἰώθην..ἤ εἰωθώς.ἦν
ΕΛΑΥΝΕΙΝ βλ.SOS Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
ΕΝΕΣΤΩς
ΕΛΚΕΙΝ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς ἕλκω ἕλκω ἕλκοιμι ἕλκε ἕλκειν ἕλκων-ουσα-ον ἕλκομαι ἕλκωμαι ἑλκοίμην ἕλκου ἕλκεσθαι ἑλκόμενος.ένη.ον
Παρατατικός εἷλκον εἱλκόμην
Μέλλων ἕλξω ἕλξοιμι ἕλξειν ἕλξων.ουσα.ον
Ἀόριστος εἵλκυσα ἑλκύσω ἑλκύσαιμι ἕλκυσον ἑλκύσαι ἑλκύσας-ασα-αν εἱλκυσάμην εἱλκύσθην ἑλκύσωμαι ἑλκυσθῶ ἑλκυσαίμην ἑλκυσθείην ἕλκυσαι ἑλκύσθητι ἑλκύσασθαι ἑλκυσθῆναι ἑλκυσάμενος.ένη.ον ἑλκυσθείς.εῖσα.έν
Παρακείμενος εἵλκυκα εἱλκυκώς.ὦ εἱλκυκώς.εἴην εἱλκυκώς.ἴσθι εἱλκυκέναι εἱλκυκώς.υῖα-.ός εἵλκυσμαι εἱλκυσμένος.ὦ εἱλκυσμένος.εἴην εἵλκυσο εἱλκύσθαι εἱλκυσμένος.ένη.ον
Ὑπερσυντέλικος
ΕΟΙΚΕΝΑΙ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς εἴκω
Παρατατικός
Μέλλων
Ἀόριστος
Παρακείμενος ἔοικα εἰκέναι ἤ ἐοικέναι εἰκώς ἤ ἐοικώς.υῖα.ος
Ὑπερσυντέλικος ἐῴκειν
ΕΠΙΛΑΝΘΑΝΕΣΘΑΙ βλ.SOS Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
ΕΝΕΣΤΩς
ΕΠΙΣΤΑΣΘΑΙ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς ἐπίσταμαι ἐπίστωμαι ἐπισταίμην ---, ἐπίστω ἐπίστασθαι ἐπιστάμενος.η.ον
Παρατατικός ἠπιστάμην
Μέλλων ἐπιστήσομαι ἐπιστησοίμην ἐπιστήσεσθαι ἐπιστησόμενος.η.ον
Ἀόριστος ἠπιστήθην ἐπιστηθῶ ἐπιστηθείην ---, ἐπιστήθητι ἐπιστηθῆναι
Παρακείμενος
Ὑπερσυντέλικος
ΕΠΕΣΘΑΙ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς ἕπομαι ἕπωμαι ἑποίμην ---, ἕπου ἕπεσθαι ἑπόμενος-η-ον
Παρατατικός εἱπόμην
Μέλλων ἕψομαι ἑψοίμην ἕψεσθαι ἑψόμενος-η-ον
Ἀόριστος ἑσπόμην ἑπίσπωμαι ἑπισποίμην ---, ἑπίσπου ἑπισπέσθαι ἑπισπόμενος-η-ον
Παρακείμενος ἠκολούθηκα ἠκολουθηκώς.ὦ ἠκολουθηκώς.εἴην ἠκολουθηκώς.ἴσθι ἠκολουθηκέναι ἠκολουθηκώς-υῖα-ός
Ὑπερσυντέλικος ἠκολουθήκειν
ΕΡΩΤΑΝ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς ἐρωτῶ ἐρωτῶ ἐρωτῷμι ---, ἐρώτα ἐρωτᾶν ἐρωτῶν-ῶσα-ῶν ἐρωτῶμαι ἐρωτῶμαι ἐρωτῴμην --- ἐρωτῶ ἐρωτᾶσθαι ἐρωτώμενος-η- ον
Παρατατικός ἠρώτων ἠρωτώμην
Μέλλων ἐρωτήσω ἐρωτήσοιμι ἐρωτήσειν ἐρωτήσων-ουσα-ον ἐρήσομαι ἐρωτηθήσομαι ἐρησοίμην ἐρωτηθησοίμην ἐρήσεσθαι ἐρωτηθήσεσθαι ἐρησόμενος-η-ον ἐρωτηθησόμενος-η-ον
Ἀόριστος ἠρώτησα ἐρωτήσω ἐρωτήσαιμι ---, ἐρώτησον ἐρωτῆσαι ἐρωτήσας-ασα-αν ἠρόμην
ἠρωτήθην
ἔρωμαι ἐρωτηθῶ ἐροίμην ἐρωτηθείην ---, ἐροῦ ---, ἐρωτήθητι ἐρέσθαι ἐρωτηθῆναι ἐρόμενος-η-ον ἐρωτηθείς-εῖσα-έν
Παρακείμενος ἠρώτηκα ἠρωτηκώς.ὦ ἠρωτηκώς.εἴην ἠρωτηκώς.ἴσθι ἠρωτηκέναι ἠρωτηκώς-υῖα-ός ἠρώτημαι ἠρωτημένος.ὦ ἠρωτημένος.εἴην ---, ἠρώτησο ἠρωτῆσθαι ἠρωτημένος-η-ον
Ὑπερσυντέλικος ἠρωτήκειν ἠρωτήμην
ΕΣΘΙΕΙΝ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς ἐσθίω ἐσθίω ἐσθίοιμι ---, ἔσθιε ἐσθίειν ἐσθίων-ουσα-ον
Παρατατικός ἤσθιον
Μέλλων ἔδομαι ἐδοίμην ἔδεσθαι ἐδόμενος-η-ον
Ἀόριστος ἔφαγον φάγω φάγοιμι ---, φάγε φαγεῖν φαγών-οῦσα-όν
Παρακείμενος ἐδήδοκα ἐδηδοκώς.ὦ ἐδηδοκώς.εἴην ---ἐδηδοκώς.ἴσθι ἐδηδοκέναι ἐδηδοκώς-υῖα-ός
Ὑπερσυντέλικος
ΕΥΡΙΣΚΕΙΝ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς εὑρίσκω εὑρίσκω εὑρίσκοιμι ---, εὕρισκε εὑρίσκειν εὑρίσκων-ουσα-ον εὑρίσκομαι εὑρίσκωμαι εὑρισκοίμην ---, εὑρίσκου εὑρίσκεσθαι εὑρισκόμενος-η-ον
Παρατατικός ηὕρισκον & εὕρισκον ηὑρισκόμην & εὑρισκόμην
Μέλλων εὑρήσω εὑρήσοιμι εὑρήσειν εὑρών-οῦσα-όν εὑρήσομαι εὑρεθήσομαι εὑρησοίμην εὑρήσεσθαι εὑρεθήσεσθαι εὑρησόμενος-η-ον εὑρεθησόμενος-η-ον
Ἀόριστος ηὗρον &
εὗρον
εὕρω εὕροιμι ---, εὑρέ εὑρεῖν εὑρών-οῦσα-όν ηὑρόμην & εὑρόμην
ηὑρέθην & εὑρέθην
εὕρωμαι
εὑρεθῶ
εὑροίμην
εὑρεθείην
εὑροῦ
εὑρέθητι
εὑρέσθαι
εὑρεθῆναι
εὑρόμενος.η.ον
εὑρεθείς.εῖσα.έν
Παρακείμενος ηὕρηκα &
εὕρηκα
εὑρηκώς.ὦ εὑρηκώς.εἴην ---εὑρηκώς.ἴσθι εὑρηκέναι εὑρηκώς.υῖα.ός ηὕρημαι &
εὕρημαι
εὑρημένος.ὦ εὑρημένος.εἴην εὕρησο εὑρῆσθαι εὑρημένος.η.ον
Ὑπερσυντέλικος εὑρήκειν εὑρήμην
ΕΧΕΙΝ βλ.SOS Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
ΕΝΕΣΤΩς
ΕΨΕΙΝ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς ἕψω=βράζω ἕψω ἕψοιμι ἕψε ἕψειν ἕψων.ουσα.ον ἕψομαι ἕψωμαι ἑψοίμην ἕψου ἕψεσθαι ἑψόμενος.ένη.ον
Παρατατικός ἧψον
Μέλλων ἑψήσομαι ἑψησοίμην ἑψήσεσθαι ἑψησόμενος.ένη.ον
Ἀόριστος ἥψησα ἑψήσω ἑψήσαιμι ἕψησον ἑψῆσαι ἑψήσας.ασα.αν
Παρακείμενος
Ὑπερσυντέλικος
ΖΕΥΓΝΥΝΑΙ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς ζεύγνυμι ενώνω, συνδέω, βάζω κάτω από τον ζυγό ζευγνύω ζευγνύοιμι ζεύγνυ ζευγνύναι ζευγνύς.ῦσα.ύν ζεύγνυμαι ζευγνύωμαι ζευγνυοίμην ζεύγνυσο ζεύγνυσθαι ζευγνύμενος.ένη.ον
Παρατατικός ἐζεύγνυν ἐζευγνύμην
Μέλλων ζεύξω ζεύξοιμι ζεύξειν ζεύξων.ουσα.ον ζεύξομαι ζευξοίμην ζεύξεσθαι ζευξόμενος.ένη.ον
Ἀόριστος ἔζευξα ζεύξω ζεύξαιμι ζεῦξον ζεῦξαι ζεύξας.ασα.αν ἐζευξάμην
ἐζεύχθην
ἐζύγην
ζεύξωμαι
ζευχθῶ
ζυγῶ
ζευξαίμην
ζευχθείην
ζυγείην
ζεῦξαι
ζεύχθητι
ζύγηθι
ζεύξασθαι
ζευχθῆναι
ζυγῆναι
ζευξάμενος ένη.ον ζευχθείς.εῖσα.έν ζυγείς.εῖσα.έν
Παρακείμενος ἔζευγμαι ἐζευγμένος.ὦ ἐζευγμένος.εἴην ἔζευξο ἐζεῦχθαι ἐζευγμένος.ένη.ον
Ὑπερσυντέλικος
ΖΗΝ βλ.SOS Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
ΕΝΕΣΤΩς
ΗΔΕΣΘΑΙ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς ἥδομαι=ευχαριστιέμαι, ευφραίνομαι ἥδωμαι ἡδοίμην ἥδου ἥδεσθαι ἡδόμενος.ένη.ον
Παρατατικός ἡδόμην
Μέλλων ἡσθήσομαι ἡσθησοίμην ἡσθήσεσθαι ἡσθησόμενος.ένη.ον
Ἀόριστος ἥσθην ἡσθῶ ἡσθείην ἥσθητι ἡσθῆναι ἡσθείς.εῖσα.έν
Παρακείμενος
Ὑπερσυντέλικος
ΗΚΕΙΝ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς ἥκωμε σημασία Παρακειμένου (έχω έρθει) ἥκω ἥκοιμι ἥκε ἥκειν ἥκων.ουσα.ον
Παρατατικός ἧκονμε σημασία Υπερσυντέλικου (είχα έρθει)
Μέλλων ἥξωμε σημασία Συντελεσμένου Μέλλοντα (θα έχω έρθει) ἥξοιμι ἥξειν ἥξων.ουσα.ἧξον
Ἀόριστος
Παρακείμενος
Ὑπερσυντέλικος
ΘΕΕΙΝ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς θέω=τρέχω θέω θέοιμι θεῖ θεῖν θέων-ουσα-ον
Παρατατικός ἔθεον
Μέλλων θεύσομαι θευσοίμην θεύσεσθαι θευσόμενος.ένη.ον
Ἀόριστος ἔδραμον δράμω δράμοιμι δράμε δραμεῖν δραμών.οῦσα.όν
Παρακείμενος δεδράμηκα δεδραμηκώς.ὦ δεδραμηκώς.εἴην δεδραμηκώς.ἴσθι δεδραμηκέναι δεδραμηκώς.υῖα.ός
Ὑπερσυντέλικος ἐδεδραμήκειν
ΘΗΡΑΝ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς θηράω-ῶ=κυνηγῶ θηρῶ θηρῷμι θήρα θηρᾶν θηρῶν-ῶσα-ῶν θηρῶμαι θηρῶμαι θηρῴμην θηρῶ θηρᾶσθαι θηρώμενος.ένη.ον
Παρατατικός ἐθήρων
Μέλλων θηράσω θηράσοιμι θηράσειν θηράσων.ουσα.ον
Ἀόριστος ἐθήρασα θηράσω θηράσαιμι θήρασον θηρᾶσαι θηράσας.ασα.αν
Παρακείμενος τεθήρακα τεθηρακώς.ὦ τεθηρακώς.εἴην τεθηρακώς.ἴσθι τεθηρακέναι τεθηρακώς.υῖα.ός
Ὑπερσυντέλικος ἐτεθηράκειν
ΘΡΑΥΕΙΝ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς θραύω= σπάω, συντρίβω θραύω θραύοιμι θραῦε θραύειν θραύων.ουσα.ον θραύομαι θραύωμαι θραυοίμην θραύου θραύεσθαι θραυόμενος.ένη.ον
Παρατατικός
Μέλλων
Ἀόριστος ἔθραυσα θραύσω θραύσαιμι θραῦσον θραῦσαι θραύσας.ασα.αν ἐθραύσθην θραυσθῶ θραυσθείην θραύσθητι θραυσθῆναι θραυσθείς.εῖσα.έν
Παρακείμενος τέθραυσμαι τεθραυσμένος.ὦ τεθραυσμένος.εἴην τέθραυσο τεθραῦσθαι τεθραυσμένος.ένη.ον
Ὑπερσυντέλικος
ΙΕΝΑΙ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς
Παρατατικός
Μέλλων
Ἀόριστος
Παρακείμενος
Ὑπερσυντέλικος
ΙΕΝΑΙ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς
Παρατατικός
Μέλλων
Ἀόριστος
Παρακείμενος
Ὑπερσυντέλικος
ΙΕΝΑΙ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς
Παρατατικός
Μέλλων
Ἀόριστος
Παρακείμενος
Ὑπερσυντέλικος
ΙΕΝΑΙ Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
Ἐνεστώς
Παρατατικός
Μέλλων
Ἀόριστος
Παρακείμενος
Ὑπερσυντέλικος
ΑΓΕΙΝ βλ.SOS Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή Ἀπαρέμφατο Ὁριστική Ὑποτακτική Εὐκτική Προστακτική Ἀπαρέμφατο Μετοχή
ΕΝΕΣΤΩς